ἑλικηδόν

ἑλῐκ-ηδόν, Adv.
A = ἑλίγδην, spirally, ib.1, Luc.Hist.Conscr.19.
II revolving in a circle, Nonn.D.1.195.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλικηδόν — spirally indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελικηδόν — (Α ἑλικηδόν) επίρρ. 1. ελικοειδώς, σπειροειδώς 2. φρ. «ελικηδόν γραφή» είδος αρχαίας γραφής (τα γράμματα γράφονται έτσι ώστε να σχηματίζεται ελικοειδής γραμμή που διαβάζεται από την περιφέρεια προς το κέντρο) …   Dictionary of Greek

  • -ηδόν — πρόκειται για κατάλ. επιρρημάτων τής Αρχαίας που αποτελεί παρεκτεταμένη με η μορφή τού επιθήματος δον, που σχηματίστηκε με μετακίνηση τών ορίων τού επιθήματος από τύπους τών οποίων το θέμα έληγε σε η : αγελη δόν > αγελ ηδόν. Τόσο το επίθημα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.